ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ
ΕΠΙ ΤΗι ΕΟΡΤΗι
ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ 2026
ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ,
ΦΑΛΗΡΟΥ, ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΡΕΝΤΗ
Σ Ε Ρ Α Φ Ε Ι Μ
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΙΕΡΟΝ ΚΛΗΡΟΝ & ΤΟΝ ΦΙΛΟΧΡΙΣΤΟΝ ΛΑΟΝ
ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΑΥΤΟΥ
Ὢ τοῦ παραδόξου θαύματος!
ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς, ἐν μνημείῳ τίθεται,
καὶ κλῖμαξ πρὸς οὐρανόν, ὁ τάφος γίνεται.
Εὐφραίνου Γεθσημανῆ, τῆς Θεοτόκου τὸ ἅγιον τέμενος.
Βοήσωμεν οἱ πιστοί, τὸν Γαβριὴλ κεκτημένοι Ταξίαρχον.
Κεχαριτωμένη χαῖρε, μετὰ σοῦ ὁ Κύριος,
ὁ παρέχων τῷ κόσμῳ διὰ σοῦ τὸ μέγα ἔλεος.
Τέκνα μου ἀγαπητὰ καὶ περιπόθητα,
Τοῦτος ὁ ὕμνος μαζὶ μὲ ἄλλους πολλοὺς καὶ ἐμπνευσμένους ψάλλεται στὸν Ἑσπερινὸ τῆς μεγάλης καὶ λαμπρῆς Ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Προτρέπει ὁ ὑμνωδὸς ἑμᾶς τοὺς πιστοὺς νὰ στραφούμε πρὸς τὴν Παναγία, ἀκολουθώντας τὸν Ταξιάρχη Γαβριὴλ, καὶ νά Της ἀπευθύνουμε λόγο εὐφρόσυνο καὶ ἐγκωμιαστικό: «Κεχαριτωμένη χαῖρε, μετὰ σοῦ ὁ Κύριος, ὁ παρέχων τῷ κόσμῳ διὰ σοῦ τὸ μέγα ἔλεος».
Καθόλου τυχαία δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ προτροπή. Ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριὴλ ἦταν ἐκεῖνος ποὺ ἔφερε στὴν ταπεινὴ Μαριὰμ τὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, τὸ ἄγγελμα τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, τὴν ἀποκάλυψη τοῦ μυστηρίου τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἡ κόρη τότε συνετά διερωτήθηκε τὸ πῶς, μὰ ἐδέχθη τοὺς λόγους τοῦ Ἀσώματου ἀπεσταλμένου παραδίδοντας τὴν ὕπαρξή της στὸ σχέδιο τῆς θείας οἰκονομίας «ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου».
Στὸ Συναξάρι τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου καὶ σὲ πλεῖστα Πατερικὰ κείμενα λαμβάνουμε τὴν πληροφορία πὼς τρεῖς ἡμέρες πρὸ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριὴλ ἐπισκέφθηκε ἐκ νέου τὴν Παναγία. Εἶχε καὶ στὴν περίπτωση αὐτὴ ἀποστολὴ σπουδαία καὶ σημαντική. Συνάντησε τὴν Κυρία Θεοτόκο γιὰ νὰ μεταφέρει σὲ Αὐτὴν μήνυμα τοῦ Υἱοῦ Της: «Ὁ Κύριος καὶ Υἱός σου σὲ προσκαλεῖ: «Ἔφθασε ἡ ὥρα νὰ ἔλθης πλησίον μου, ὦ καλὴ μῆτερ μου». Γιὰ τοῦτο μὲ ἀπέστειλε πάλι νὰ σοῦ ἀνακοινώσω, ὦ «εὐλογημένη ἐν γυναιξί», ὅτι σήμερα θὰ εὐφράνης, ὦ Κεχαριτωμένη, τὶς οὐράνιες στρατιὲς μὲ τὴν ἄνοδόν σου καὶ θὰ λαμπρύνης περισσότερον τὶς ψυχὲς τῶν ἁγίων, καθὼς ἔπλησες εὐφροσύνης τοὺς εὑρισκομένους εἰς τὴν γῆν. Ἀγάλλου καὶ σὺ μαζί τους καθὼς ἄλλοτε τὸ εἶχες φανερώσει, διότι ἀπὸ τώρα θὰ σὲ μακαρίζουν εἰς τοὺς αἰῶνας ὅλα τὰ λογικὰ κτίσματα, «πᾶσαι αἱ γενεαί». «Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ».Οἱ προσευχὲς καὶ οἱ ἱκεσίες σου ἀνέβησαν εἰς τὸν οὐρανόν, πρὸς τὸν Υἱόν σου, ὅθεν κατὰ τὸ αἴτημά σου σὲ προστάζει νὰ ἀφήσης τὸν κόσμον αὐτὸν καὶ νὰ ἀνέλθης εἰς τὰ οὐράνια σκηνώματα γιὰ νὰ εἶσαι αἰωνίως μαζί του, εἰς τὴν ἀληθινὴν καὶ αἰωνίαν ζωήν». (Ὁσίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητού, Ὁ Βίος τῆς Ὑπερευλογημένης Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας, Ἱερόν Κελλίον Ἁγίου Νικολάου Μπουραζέρη, Ἅγιον Ὄρος, 2010).
Οἱ ἀρχαγγελικοὶ λόγοι γέμισαν χαρὰ τὴν ψυχὴ τῆς Παναγίας καὶ πορεύθηκε στὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν γιὰ νὰ προσευχηθεῖ καὶ νὰ εὐχαριστήσει τὸν Υἱὸ καὶ Θεὸ Της. Σὲ ὅλο Της τὸν βίο ποθοῦσε νὰ συναντήσει ξανὰ τὸν γλυκὺ Ἰησοῦ. Καὶ τώρα ποὺ ἡ ὥρα ἔφθασε, θέλησε μὲ ὅλη Της τὴν καρδιὰ νὰ Τὸν εὐχαριστῆσει. Κι ἡ πλάση μετεῖχε τῆς προσευχῆς καὶ τῆς προσκύνησης. Τὰ δένδρα πλησίον της ἔκλιναν τὶς κορφές τους, χαμήλωσαν τοὺς κλάδους τους γιὰ νὰ παραστοῦν δίπλα στὴν Μητέρα τοῦ κόσμου.
Κι ὕστερα ἡ Παναγία γύρισε στὸ σπίτι που διέμενε, στὴν οἰκία τοῦ ἀποστόλου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου. Ἐκεῖ ἔκανε γνωστὸ στὰ πρόσωπα ποὺ βρίσκονταν κοντά Της τὴν ἀγγελικὴ ἀποκάλυψη τῆς οὐράνιας φυγῆς Της. Καὶ πόνεσαν οἱ ψυχὲς καὶ ἔκλαψαν οἱ ὀφθαλμοί, ἀκούγοντας τὰ νέα τοῦ ἀποχωρισμοῦ. Μὰ ἡ Παναγιὰ ὡς μάνα δὲν ἄφησε ἀπαρηγόρητα τὰ παιδιά Της. Μὲ λόγους γλυκοὺς καὶ ἐνισχυτικοὺς τὸν πόνο γιάτρεψε τῶν οἰκείων.
Τότε, τὰ ὑπάρχοντά Της ἀποφάσισε νὰ μοιράσει σὲ δυὸ πτωχὲς χῆρες ποὺ παρέστεκαν κοντά Της. Μὰ τίποτα δὲν ἀπἐκτησε σὲ τοῦτο τὸν κόσμο, κανέναν πλοῦτο καὶ καμιὰ περιουσία δὲν εἶχε, μόνο τὶς πολλές Της ἀρετές καὶ δύο ροῦχα. Στὴ μιὰ ἔδωσε τὴν ἐσθῆτα καὶ στὴν ἄλλη τὸ μαφόριόν Της, δῶρα φτωχὰ καὶ ταπεινὰ καὶ συνάμα σπουδαῖα καὶ πολύτιμα· εὐλογία γιὰ ἐκεῖνες τὶς ἀναγκεμένες γυναῖκες, εὐλογία καὶ γιὰ ὅλους τοὺς χριστιανούς.
Μέσα σὲ αὐτὴ τὴ συνθήκη πολὺ ἐπεθύμησε ἡ Παναγία νὰ συναντήσει τὸν ἀγαπημένο μαθητὴ τοῦ Υἱοῦ Της τὸν Ἰωάννη, ποὺ κάτω ἀπὸ τὸν Σταυρὸ κατέστη καὶ αὐτὸς γιός Της ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ Χριστό. Μὰ καὶ τοὺς ἄλλους ἀποστόλους θυμήθηκε καὶ πόθησε νὰ ἀποχαιρετήσει. Καὶ τὴν ἐπιθυμία τῆς Ἁγίας τοῦ Μητρὸς ὁ Ἰησοῦς τὴν ἱκανοποίησε. Μὲ τρόπο θαυμαστὸ οἱ Ἀπόστολοι ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς γῆς, ποὺ κήρυτταν τὸ Εὐαγγέλιο, μεταφέρθηκαν στὸ χωρίο τῆς Γεσθημανῆς μὲ νεφέλες καὶ ἔλαβαν τὴν εὐχὴ καὶ τὴν χάρη τῆς Κυρίας Θεοτόκου.
Κι ὅταν ἐκείνη ἔκρινε πὼς ἔφθασε ἡ ὥρα, ἐξαπλώθει στὴν κλίνη της καὶ παρέδωσε τὴν Ἁγία ψυχή Της στὰ χέρια τοῦ Χριστοῦ. Τότε οἱ Ἀπόστολοι μὲ δέος, μὲ συγκλονισμό, μὲ προσευχὲς καὶ ὕμνους μετέφεραν τὸ σῶμα Της τὸ ἀμόλυντο στὸν τάφο, χωρὶς νὰ γνωρίζουν πὼς τὸ μνῆμα δὲν θὰ τὸ κρατοῦσε γιὰ πολύ, ἀφοῦ ὁ νικητὴς τοῦ θανάτου, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, δὲν θὰ ἐπέτρεπε νὰ παραδοθεῖ στὴ φθορᾶ. Μὲ τρόπο μυστικὸ καὶ ἀκατάληπτο μετέστη στὸν οὐρανὸ τὸ Πανάγιο σῶμα γιὰ νὰ ἑνωθεῖ ξανὰ μὲ τὴ Πάναγνη ψυχὴ τῆς Θεοτόκου.
Στρέψαμε τὴν προσοχή μας στὰ γεγονότα κυρίως πρὸ τῆς Κοιμήσεως της Θεοτόκου, διότι ἡ στάση τῆς Παναγίας στὴν ἀποκάλυψη τοῦ χρόνου τῆς ἐκδημίας Της πολλὰ μπορεῖ νὰ προσφέρει σὲ ἐμᾶς, τοὺς ἀνθρώπους μιᾶς ἐποχῆς ποὺ προτιμᾶ νὰ κλείνει τὰ μάτια μπροστὰ στὴν πραγματικότητα τοῦ θανάτου. Ζοῦμε οἱ ἄνθρωποι μὲ μιὰ ψυχολογικὴ ψευδαίσθηση πὼς δὲν θὰ πεθάνουμε ποτέ. Τὸ θέμα ἀφορᾶ κάποιους ἄλλους, γέρους, ἄρρωστους, ἄτυχους, ἀπρόσεκτους, πάντως ὄχι ἐμᾶς. Σίγουρα ὄχι ἐμᾶς. Λογικὰ δὲν μποροῦμε νὰ στηρίξουμε τοῦτη τὴ στάση, μιὰς καὶ τὰ πάντα μαρτυροῦν πὼς ὁ θάνατος εἶναι τὸ μόνο βέβαιο στὸν ἀνθρώπινο βίο. Κι ὅμως εἴμαστε ἀπόλυτα συνεπεῖς σὲ τοῦτο τὸν παραλογισμό, νὰ ζοῦμε ξορκίζοντας τὸ θάνατο. Παράδοξο δὲν εἶναι. Ὁ θάνατος εἶναι ὁ ἔσχατος ἐχθρὸς τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἀδυναμία καὶ ὁ φόβος ἐνώπιόν Του δὲν εἶναι ἀδικαιολόγητα, εἰδικὰ ὅταν σὲ τοῦτο τὸ δρᾶμα αἰσθάνεσαι μόνος, ἀφοῦ ἔχεις στερήσει ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου τὴν φιλία καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ θεωρεῖς πὼς ὁ οὐρανὸς δὲν ἔχει τίποτα νὰ σοῦ πεῖ, καμιὰ σωτηρία νὰ σου προσφέρει.
Στὸν ἀντίποδα στέκει ἡ Κυρία Θεοτόκος. Ἐκείνη ποὺ γέννησε τὴν Ζωή. Ἐκείνη ποὺ εἶδε τὸν θάνατο νὰ νικιέται μὲ τὴν Ἀνάσταση. Ἡ Παναγία γνωρίζει πὼς ὁ θάνατος αἰχμαλωτίστηκε ἀπὸ τὸν ἀναστάντα Χριστό. Παλαιὰ ἦταν παντοδύναμος. Τὸ σῶμα τὸ ἐπέστρεφε στὸ χῶμα, τὴν ψυχὴ τὴν αἰχμαλώτιζε στὸν ᾍδη, τοὺς ἀγαπημένους τοὺς στεροῦσε, τὰ ἐπιτεύγματα τοῦ βίου τὰ παρέδιδε στὴ λήθη. Τώρα ὁ θάνατος εἶναι ὑπηρέτης τοῦ μυστηρίου τῆς ζωῆς. Εἶναι ἕνα πέρασμα, ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό, ἀπὸ τὸν πόνο στὴν μακαριότητα, ἀπὸ τὸ νῦν στὸ ἀεί. Ἡ Παναγία ὅλα τοῦτα τὰ γνωρίζει, ὅλα αὐτὰ τὰ βιώνει. Γι’ αὐτὸ ὁ θάνατος δὲν προκαλεῖ σὲ Αὐτὴν τρόμο, ἀλλὰ χαρά. Ναὶ χαρὰ, γιατὶ ἐμπιστεύεται τὸν Χριστό, γιατὶ ἐμπιστεύεται τὴν Ζωή. Λαχταρᾶ τὴ συνάντηση μὲ τὸν Υἱο Της καὶ τὸν Θεό Της.
Τὸ πρῶτο ποὺ ἐνεργεῖ μετὰ τὴν εἴδηση τῆς κοιμήσεώς Της εἶναι ἡ προσευχή. Ὁ τρόπος τῆς προσευχῆς φέρνει τὸν ἄνθρωπο στὴν ἀτμόσφαιρα τοῦ Παραδείσου, ἐκεῖ ποὺ ἡ σκιὰ τοῦ θανάτου δὲν μπορεῖ νὰ σκοτινιάσει τὴ ζωή, ἀφοῦ τὰ πάντα εἶναι φῶς ἀνέσπερο. Ἡ Παναγία προσεύχεται καὶ προγεύεται τὴν οὐράνια θαλπωρή. Μετέχει ἡ Παναγία στὴν ἀγωνία τοῦ Χριστοῦ στὸν Κῆπο τῆς Γεθσημανῆς μὲ τὴ προσευχή Της, ἀγωνία ποὺ κουβαλᾶ κάθε ἄνθρωπος ποὺ αἰσθάνεται πὼς πλησιάζει ὁ θάνατος. Ὑπερβαίνει ὅμως αὐτή, διότι πιστεύει ὅσο κανένας ἄλλος ἄνθρωπος στὴ νίκη τοῦ Υἱοῦ Της ἐπὶ τοῦ θανάτου. Κι ἔτσι ἡ προσευχὴ τῆς γίνεται ἀνώδυνη, ὅπως καὶ ὁ τόκος Της. Καὶ ἡ κτίση θαυμάζει καὶ ὑποκλίνεται σὲ τοῦτο τὸ θαῦμα, σκύβουν τὰ δένδρα τὰ ἄψυχα νὰ προσκυνήσουν τὴν Παρθένον Μαρία ποὺ ἔχει ὑπερβεῖ κάθε φόβο καὶ κάθε ἀνησυχία περὶ τοῦ θανάτου.
Ἡ προσευχὴ εἶναι ἕνας στέρεος τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ σταθεῖ ἔναντι τοῦ φόβου ποὺ ὁ θάνατος φέρνει στὴν ψυχή. Γιατὶ ἡ προσευχὴ στερεώνει τὴ σχέση μὲ τὸ Χριστό, τὸν φέρνει μπροστά μας, τόσο ὅταν ἐνεργεῖται προσωπικά, μὰ ἀκόμα πιὸ δυναμικά, ὅταν ἐνεργεῖται μυστηριακά. Ἡ προσευχὴ καλλιεργεῖ τὴ ζωὴ ἐντός μας καὶ δὲν ἀφήνει χώρο στὸ θάνατο. Ἄς ἀκολουθήσουμε τὴν Παναγία στὴν προσευχή Της πρὸ τῆς Κοιμήσεώς Της καὶ θὰ αἰσθανθοῦμε κι ἐμεῖς τὴ δική Της χαρά.
Ἔπειτα ἡ Παναγία σπεύδει στὸ σπίτι ποὺ ζοῦσε. Ἐπιστρέφει στὰ τοῦ βίου γιὰ νὰ τὰ ὁλοκληρώσει, γιὰ νὰ τα νοικοκυρέψει, γιὰ νὰ τὰ τακτοποιήσει. Ἑτοιμάζει τὴν οἰκία, τήν κάμαρα, τὴν κλίνη, γιὰ νὰ δεχθεῖ μὲ τὸν πρέποντα τρόπο τὸν μεγάλο ἐπισκέπτη, ὄχι ἀπλὰ τὸν θάνατο, μὰ τὸν Σωτῆρα Χριστὸ καὶ τοὺς Ἀγγέλους καὶ τοὺς Ἀποστόλους καὶ τοὺς οἰκείους καὶ φίλους. Μοιράζεται τὸ ἀποκεκαλυμμένο μυστικό της καὶ παρηγορεῖ ἐκεῖνους ποὺ πονοῦν. Μοιράζει τὰ λιγοστὰ ποὺ κατεῖχε, γιὰ νὰ δώσει εὐλογία καὶ χαρὰ μὲσα στὴ θλίψη.
Ὁ χριστιανὸς δὲν μισεῖ αὐτὴ τὴν ζωή. Ἡ κτίση, οἱ ἄνθρωποι, τὰ ἔργα, τὰ ἀγαθά εἶναι τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ποὺ γίνεται ὕλη γιὰ νὰ ὑπηρετηθεῖ ὁ βίος καὶ ἡ σωτηρία μας. Γι’ αὐτὸ ὁ πιστὸς ἄνθρωπος ἐπιθυμεῖ μία τάξη στὰ τοῦ βίου. Μιὰ τάξη καὶ στὰ τέλη του. Σκέφτεται ὅτι εἶναι περαστικὸς ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸ καὶ θέλει νὰ παραδώσει στοὺς ἐπόμενους ὄχι τὸ χάος, ἀλλὰ τὸ ἀπόσταγμα τῆς δικῆς του ζωῆς, ὑλικὸ καὶ πνευματικό. Ἄς ἀκολουθήσουμε τὴν Παναγία στὴν εὐταξία ποὺ ἐπεδίωξε σὲ ὅλο τῆς τὸ βίο, μὰ καὶ τὶς ἔσχατες στιγμές, γιὰ νὰ αἰσθανθοῦμε καὶ ἐμεῖς πὼς εἶχε σκοπὸ καὶ ἡ δική μας ζωή.
Τέλος ἡ Παναγία ἐπιθυμεῖ τὴ συνάντησή της μὲ τοὺς Ἀποστόλους. Ξέρει πὼς εἶναι μακριά, ὑπακούοντας τὸ κέλευσμα τοῦ Υἱοῦ Της. Ὅμως θέλει νὰ σταθεῖ ξανὰ ἀνάμεσά τους, ὅπως ἔγινε τόσες φορές, ὅταν ὁ Ἰησοῦς πορεύτηκε στὴ γή, μὰ κυρίως μετὰ τὴν Ἀνάληψή Του στοὺς οὐρανούς. Κάθε φορὰ ποὺ οἱ μαθητὲς συνάζονταν δίπλα της ἤξερε ἡ Θεοτόκος πὼς καὶ ὁ Χριστὸς βρισκόταν ἀνάμεσά τους. Ἤξερε πὼς κάθε φορὰ ποὺ τελεῖτο ἠ θεία Εὐχαριστία, ὁ Χριστὸς πρόσφερε καὶ προσφερόταν. Γι’ αὐτὸ καὶ σὲ τούτη τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Υἱοῦ Της, ἤθελε ὅλους τοῦς μαθητές Του νὰ εἶναι ἐκεῖ καὶ ἡ ἐπιθυμία αὐτὴ εἰσακούσθηκε ἀπὸ τὸν Χριστό.
Ἡ θεία Λειτουργία εἶναι γιὰ ἐμᾶς μιὰ ἀπάντηση στὸ θάνατο. Κάθε φορὰ ποὺ τελοῦμε τὴν Εὐχαριστία μετέχουμε στὴν νίκη ἐπὶ τοῦ θανάτου ποὺ κατάφερε ὁ Χριστός. Κάθε φορὰ ποὺ κοινωνοῦμε τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα Του, ἑνωνόμαστε μαζί Του, γινόμαστε ἕνα μὲ τὴν Ζωή. Κάθε φορὰ ποὺ ἐκκλησιαζόμαστε συναντοῦμε ὄχι μόνο τὰ πρόσωπα ποὺ βρίσκονται στὸ Ναό, μὰ καὶ τοὺς κεκοιμημένους. Συναντιόμαστε μυστικὰ καὶ μετέχουμε τῆς χάριτος τοῦ Χριστοῦ. Δὲν ὑπάρχει καμία ἀπόσταση νὰ μᾶς χωρίζει, δὲν στέκει κανένα ἐμπόδιο ἀνάμεσά μας. Ἄς ἀκολουθήσουμε τὴν Παναγία στὴν θεία Εὐχαριστία μεταλαμβάνοντας τὰ ἄχραντα μυστήρια, γιατὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ γινόμαστε κληρονόμοι ζωῆς αἰωνίου.
Ἀγαπητὰ μου παιδιά, εὔχομαι νὰ καλλιεργήσουμε τὴ μνήμη τοῦ θανάτου, ὄχι μὲ ἀπελπισία καὶ τρόμο, ἀλλὰ μὲ τὸν τρόπο τῆς Κυρίας Θεοτόκου, τὸν τρόπο τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ τῆς χαρᾶς. Καὶ τὸτε, βέβαιο εἶναι, πὼς θὰ ζήσουμε μιὰ ζωή μὲ Χάρη, Ἀλήθεια καὶ Νόημα, μιὰ ζωὴ ποὺ θὰ ἔχει νικήσει τὸν θάνατο.
Χρόνια πολλά καί εὐλογημένα!
Μέ ὅλη μου τήν ἀγάπη
Ο Μ Η Τ Ρ Ο Π Ο Λ Ι Τ Η Σ Σ Α Σ
† ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ
