wrapper

Ανακοινωθέντα Σεβασμιωτάτου

Κυβερνητική ἐπίθεση στή θρησκευτική εἰρήνη καί ἄφρων προτροπή στούς φονταμενταλιστές σέ θρησκευτική αὐτοδικία.

 

Ἡ Κυβέρνηση δέν διδάσκεται ἀπό τίς ὁμολογηθεῖσες αὐταπάτες καί τίς ἰδεοληψίες πού τήν κατατρύχουν. Τέθηκε σέ διαβούλευση ἀπό τό Ὑπουργεῖο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας καί Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων τό Nομοσχέδιο γιά τήν ἀναθεώρηση τοῦ νέου Ποινικοῦ Κώδικα, τόν ὁποῖον εἰσηγεῖται ἡ Νομοπαρασκευαστική Ἐπιτροπή τήν ὁποία συνέστησε ὁ τέως Ὑπουργός Δικαιοσύνης κ. Νικ. Παρασκευόπουλος.

Μεταξύ τῶν πολλῶν τραγικῶν ἀλλαγῶν τοῦ νομικοῦ μας ποινικοῦ πολιτισμοῦ πού ἤδη ἔχουν κατακριθεῖ ἐντόνως, τό Νομοσχέδιο καταργεῖ ἀπό τό δεύτερο βιβλίο καί τό 7ο κεφάλαιο τοῦ Ποινικοῦ Κώδικος πού ἐπιγράφεται «Ἐπιβουλή τῆς θρησκευτικῆς εἰρήνης» τά ἄρθρα 198, 199 καί 201 πού ἀφοροῦν στήν κακόβουλη βλασφημία, στήν καθύβριση θρησκευμάτων καί στήν περιΰβριση νεκρῶν διατηρώντας τήν διάταξη τοῦ ἄρθρου 200 γιά τήν διατάραξη θρησκευτικῶν συναθροίσεων. Ὁ τ. Ὑπουργός κ. Παρασκευόπουλος εἶχε προϊδεάσει γιά τήν συγκεκριμένη ρύθμιση τῆς Νομοπαρασκευαστικῆς Ἐπιτροπῆς ἰσχυριζόμενος ὅτι:  «Κατά τό Ποινικό Δίκαιο ἡ ποινή προϋποθέτει τήν τέλεσι πράξης. Ὁ προσδιορισμός τῆς τελευταίας χωρεῖ μέ στάθμιση τῶν ἐμπειρικῶν-ἀποδείξιμων ἀποτελεσμάτων της. Ὡστόσο, στήν περίπτωση τῆς βλασφημίας λείπει ὁποιαδήποτε ἀποδείξιμη ἐνώπιον δικαστηρίου βλαπτική συνέπεια τῆς πράξης. Ἑπομένως, ἡ ἔννοια τοῦ ἐγκλήματος δέν διακρίνεται». Ἡ σκέψις αὐτή εἶναι ἡ πλήρης διαστρέβλωση τῆς νομικῆς πραγματικότητος.

Ἡ κατάργηση τῶν ἄρθρων 198 καί 199 τοῦ Ποινικοῦ Κώδικος πού ἀφοροῦν στήν κακόβουλη βλασφημία τῶν θείων πάσης γνωστῆς κατά τό Σύνταγμα, θρησκείας, δηλ. ἐκείνης πού δέν ἔχει κρύφια δόγματα καί τῆς ὁποίας ἡ λατρεία δέν ἀντίκειται στήν δημόσια τάξη καί τά χρηστά ἤθη, ὅπως προβλέπεται στό ἄρθρο 13 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος, ὑπό τόν τίτλον τοῦ Ποινικοῦ Νόμου «Ἐπιβουλή θρησκευτικῆς Εἰρήνης», προσβάλλει καί θέτει σέ ἄμεση διακινδύνευση τό ἔννομον ἀγαθόν πού προσδιορίζεται ὑπό τοῦ τίτλου «Ἐπιβουλή θρησκευτικῆς εἰρήνης» δηλ. τήν κοινωνική συνοχή καί τήν εἰρηνική συμβίωση διαφορετικῶν θρησκευτικῶν παραδοχῶν καί ἑνοτήτων, σέ συνθῆκες μάλιστα ἀκρίτου μεταναστεύσεως καί συγκροτήσεως πολυπολιτισμικῶν συνθηκῶν. Ὁ ποινικός μας νομοθέτης δέν τιμωρεῖ τήν ἄρνηση ἤ τήν κριτική τοῦ θρησκευτικοῦ γεγονότος, ἀλλά τήν δημοσίᾳ κακόβουλη βλασφημία, τήν δολία δημοσίᾳ γενομένη καθύβριση τοῦ θείου, πού στοχεύει ὄχι στήν κριτική ἄρνηση ἤ θεώρηση, ἀλλά στήν χυδαία ἀπομείωση τοῦ θρησκευτικοῦ γεγονότος πού ἀναποδράστως προκαλεῖ τήν ὀργή καί τόν βαθύτατο παραπικρασμό τῶν πιστευόντων στήν ὑβριζομένη θρησκευτική παραδοχή, διότι ἡ θρησκεία ἤ ἡ ἀθεΐα ἑκάστου συνιστᾶ ἀναποδράστως τό ὀντολογικό του θεμέλιο, ὑπό τοῦ ὁποίου διαπλάσσεται ὁ ψυχισμός του καί ἡ πρᾶξη τοῦ βίου του . Ὅπως εὐχερῶς ἀντιλαμβάνεσθε, ἡ αἰτιολογική βάσι τῶν συγκεκριμένων ποινικῶν διατάξεων καί ἡ στόχευση τοῦ ποινικοῦ νομοθέτου ὁρίζεται ἀπό τό νομικό προσδιορισμό τῶν ἄρθρων «ἐπιβουλή Θρησκευτικῆς Εἰρήνης» καί εἶναι ἡ διατήρηση τῆς κοινωνικῆς συνοχῆς μέσα στό κοινωνικό σύνολο καί ἡ προστασία αὐτῆς τῆς κοινωνικῆς συνοχῆς ἀπό τήν διάρρηξη πού θά προκαλέσει ἀναπότρεπτα ἡ δολία δημοσίᾳ ἐξύβριση τοῦ θρησκεύματος κάποιων συμπολιτῶν πού ἀναγνωρίζεται στή Χώρα. Συνεπῶς μέ τίς προβλέψεις τοῦ ποινικοῦ μας νομοθέτου δέν προστατεύεται ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος δέν δεῖται ἀσφαλῶς ποινικῆς προστασίας καί εἰσαγγελικῆς παρεμβάσεως, ἀλλά τό ἔννομο ἀγαθό τῆς κοινωνικῆς συνοχῆς καί ἡ δημοκρατική εὐστάθεια τῆς Χώρας, διότι τό πρόσωπο τοῦ κάθε συναθρώπου μας πού θρησκεύεται ταυτίζεται καί συγκροτεῖται πνευματικά μέ τήν θρησκευτική του παραδοχή καί κατά ταῦτα ἡ κακόβουλος βλασφημία τοῦ θείου πού λατρεύει ὡς ὀντολογικό του θεμέλιο ὅπως προαναφέραμε, προσβάλλει τό ἴδιο τό πρόσωπο καί προκαλεῖ εὔλογα τό θυμικότου συναίσθημα μέ ἀπροβλέπτους συνεπείας διά τό κοινωνικόν σύνολον.

Ἡ βλαπτική ἑπομένως συνέπεια τῆς βλασφημίας πού εἶναι σαφῶς ἀποδείξιμη ἐκ τῶν συνεπειῶν καί ἀποτελεσμάτων της ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι ad hoc ἡ διακινδύνευση τῆς διατηρήσεως τῆς θρησκευτικῆς εἰρήνης καί τῆς κοινωνικῆς συνοχῆς καί ἡ ἀποτροπή τῆς κακουργηματικῆς θρησκευτικῆς αὐτοδικείας.

Μέ τήν ἀποποινικοποίηση τῆς κακόβουλης βλασφημίας ὁδηγούμεθα ἀναποδράστως στήν κακουργηματική θρησκευτική αὐτοδικία διότι δέν θά ὑφίσταται πλέον ἔννομος τρόπος ἀντιδράσεως καί ἱκανοποιήσεως τοῦ πλησσομένου θρησκευτικοῦ συναισθήματος, πού δολίως καί χυδαίως θά καθυβρίζεται καί θά ἀπομειώνεται, μέ πρόδηλο ἀποτέλεσμα τήν βαρυτάτη προσβολή τοῦ θρησκευομένου προσώπου πού ὅπως ἀνέφερα συγκροτεῖται καί νοηματοδοτεῖται ἠθικά, πνευματικά καί ὀντολογικά ἀπό τήν θρησκευτική του παραδοχή.

Τά πολύ οὐσιώδη αὐτά ἐνδεχομένως νά μήν ἔχουν τύχει ἀναλόγου μελέτης καί προσεγγίσεως ἀπό διαφόρους Διεθνεῖς Ὀργανισμούς ὅπως ἡ Διεθνής Ἀμνηστία καί ἄλλοι πού ἐσφαλμένα ἐκλαμβάνουν τίς ἀνωτέρω ποινικές διατάξεις ὡς δῆθεν «καταδίκη τῆς ἐλεύθερης ἔκφρασης» διότι ἐπαναλαμβάνω δέν τιμωρεῖται ἡ ἔλλειψη σεβασμοῦ πρός τά θεῖα ἤ ἡ ἄρνησι τοῦ θρησκευτικοῦ γεγονότος ἤ ἡ κριτική τοῦ δόγματος οἱασδήτινος θρησκευτικῆς παραδοχῆς, ἀλλά ἡ δημοσίᾳ κακόβουλος βλασφημία ἡ ὁποία καιρίως πλήττει τόν θρησκευόμενον ἄνθρωπον. Ἄλλωστε εἶναι ἐντελῶς ἀντιφατικό ἡ Ἐπιτροπή Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων τοῦ ΟΗΕ νά θεωρεῖ ὅτι πρέπει νά ποινικοποιεῖται ἡ περίπτωσι «ἐθνικοῦ, θρησκευτικοῦ ἤ φυλετικοῦ μίσους πού ἀποτελεῖ ὑποκίνησι διακρίσεων, ἐχθρότητας ἤ βίας» (ἄρθρο 20 παρ. 2 τοῦ Διεθνούς Συμφώνου) καί τήν ἴδια στιγμή νά προτείνεται ἡ ἀποποινικοποίηση τοῦ γενεσιουργοῦ αἰτίου πού εἶναι ἡ κακόβουλος βλασφημία, γιά τήν πρόκλησι καί ὑποκίνησι θρησκευτικοῦ μίσους.

Ἀπαράδεκτη νομικῶς εἶναι καί ἡ κατάργηση τοῦ ἄρθρου 201 γιά τήν περιΰβριση νεκρῶν διότι ὁδηγεῖ καί αὐτή τούς οἰκείους τοῦ περιΰβρισθέντος σέ ἀναπόδραστη αὐτοδικία ὑπερσπιζόμενοι τήν μνήμη τοῦ νεκροῦ τους, ἐφ’ ὅσον δέν θά ὑφίσταται πλέον ἔννομος ἀποτροπή καί προστασία.

Στήν τυχόν ἔνστασι ὅτι τά ἄρθρα 198 καί 199 δέν τυγχάνουν δῆθεν πρακτικῆς ἐφαρμογῆς ἡ ἀπάντηση εἶναι ὅτι ὁ ποινικός νόμος δρᾶ ὄχι μόνο κατασταλτικῶς ἀλλά καί προληπτικῶς καί ἀποτελεῖ ἐχέγγυο ἐννόμου προστασίας καί καταφυγῆς.

Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω ὅλοι ὅσοι συμπράξουν στήν κατάργηση τῶν ἀνωτέρω διατάξεων ἀπό τόν κάθε Βουλευτή ἕως τόν Ἐξοχώτατο κ. Πρόεδρο τῆς Δημοκρατίας στιγματίζονται ἀπό τώρα ὡς ἠθικοί αὐτουργοί τῆς κακουργηματικῆς θρησκευτικῆς αὐτοδικίας, γεγονός πού εἰλικρινῶς ἀπευχόμεθα καί ἐκ προοιμίου ἐντόνως καταδικάζομε, στήν ὁποία ἀναποδράστως θά ὁδηγηθοῦν τά πράγματα, συντρίβοντες τήν θρησκευτική εἰρήνη τῆς Χώρας καί ὁδηγοῦντες στό τραγικό ἔγκλημα ἀποσαρθρώσεως τῆς κοινωνικῆς συνοχῆς.

Τό ἐξόχως φρικῶδες κακούργημα τῶν δολοφονικῶν ἐπιθέσεων τῆς Ν. Ζηλανδίας κρούει ἐπαρκῶς καί ἐλπίζομε ἐγκαίρως τόν κώδωνα τοῦ κινδύνου.

 

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ 

+ ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ

Διαβάστε περισσότερα

Η Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς αναγγέλλει την κοίμηση του Μητροπολίτου Ελευσίνος του πρεσβυγενούς Πατριαρχείου Αλεξανδρείας κυρού Ιεροθέου (Πετράκη).

Ἡ Ἱερά Μητρόπολις Πειραιῶς μέ βαθεία συγκίνηση ἀναγγέλλει ὅτι μετέστη πρός Κύριον σήμερον, 1η  Μαρτίου 2019, ὁ πολιός, συνετός καί πνευματέμφορος καί φρυκτωρός τῆς ἀμωμήτου ἡμῶν πίστεως Μητροπολίτης Ἐλευσῖνος τοῦ πρεσβυγενοῦς Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας κυρός Ἱερόθεος (Πετράκης) εἰς ἡλικίαν 89 ἐτῶν.

Ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Ἐλευσῖνος κυρός Ἱερόθεος ἐγεννήθη τό ἔτος 1930 στό Κάΐρο τῆς Αἰγύπτου. Ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Ἐλευσῖνος τό 1977 καί ἀνυψώθη προσφάτως εἰς Μητροπολίτην. Ἐσπούδασε εἰς τήν Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν καί ἀπό τό 1999 ὑπηρετοῦσε ὡς Ἱεροκήρυξ τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἱ. Μητροπόλεως.

Τό σκήνωμα τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου θά παραμείνει εἰς λαϊκό προσκύνημα εἰς τόν Καθεδρικό Ἱ. Ναό Ἁγίας Τριάδος Πειραιῶς, ὅπου θά τελεσθῆ τήν Παρασκευή 1η  Μαρτίου ἐ.ἔ. νυκτερινή θεία λειτουργία καί τήν πρωΐα τοῦ Σαββάτου 2ας  Μαρτίου ἐ.ἔ. ὄρθρος καί θεία λειτουργία.

Ἡ ἐξόδιος Ἀκολουθία τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Ἐλευσῖνος κυροῦ Ἱεροθέου θά ψαλῆ τό Σάββατο 2 Μαρτίου στίς 11.00 π.μ. στόν Καθεδρικό Ἱ. Ναό Ἁγίας Τριάδος Πειραιῶς προεξάρχοντος τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Νιγηρίας κ. Ἀλεξάνδρου, ἐκπροσώπου τοῦ Μακαριωτάτου Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας καί πάσης Ἀφρικῆς κ.κ. Θεοδώρου.

Ἡ ταφή τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Ἐλευσῖνος θά γίνει εἰς τό Ἱερόν Ἡσυχαστήριον Παναγίας τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Ἀργολίδος.  

ΕΚ ΤΗΣ Ι. ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ

Διαβάστε περισσότερα

Επισημάνσεις στην νομοθετική πρόθεση της Κυβέρνησης για συμφωνία Εκκλησίας - Πολιτείας.

 

Τήν Τρίτη 12/2/2019 ὁ Ἐξοχώτατος Ὑπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων καί Διά Βίου Μάθησης καί ὁ Γεν. Γραμματέας τῆς Κυβερνήσεως κατέθεσαν στήν ὑπό τῆς Διαρκοῦς Ἱ. Συνόδου ὁρισθεῖσα Ἐπιτροπή τό Σχέδιο Ὑλοποίησης τῆς Συμφωνίας Πολιτείας-Ἐκκλησίας, τό ὁποῖο διαλαμβάνει τά ἀκόλουθα: «1. Σύνοψη, 2. Ανάλυση, 2.1 Η σημασία της νομοθετικής κύρωσης της Συμφωνίας, 2.2 Υφιστάμενη κατάσταση και κίνδυνοι αυτής, 2.3 Περιεχόμενο της Συμφωνίας (ιδίως ως προς το μισθολογικό σκέλος), 2.4 Αποτίμηση της Συμφωνίας».

Μέ τήν κατάθεση τοῦ κυκλοφορηθέντος ἤδη σχεδίου ὑλοποίησης διακριβώνεται ὅτι τό περιεχόμενο τῆς προτεινομένης ἀπό τήν Κυβέρνηση νομοθετικῆς πρωτοβουλίας στό συγκεκριμένο θέμα δέν ἀφίσταται οὐσιωδῶς ἀπό τά 15 σημεῖα τοῦ προσυμφώνου Πολιτείας-Ἐκκλησίας, πού ἀνεκοινώθη ἀπό τόν Ἐξοχ. κ. Πρωθυπουργό στό Μέγαρο Μαξίμου τήν 6/11/2018. Ὡστόσο ὁ νομικός προσδιορισμός τῆς μισθοδοσίας τῶν Κληρικῶν καί Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπαλλήλων ἀπό «ἐπιδότηση» ὅπως προέβλεπε τό προσύμφωνο στό σημεῖο 4 προσδιορίζεται «ως αφηρημένη αποζημίωση για τις πλημμελώς αποζημιωθείσες απαλλοτριώσεις του παρελθόντος (μέχρι το 1939)» καί αὐτό διότι ἀντελήφθη ἡ Κυβέρνησι, αὐτό πού ἐπισημειώσαμε στίς 16/11/2018 ὅτι τό Ἑνωσιακό δίκαιο δέν ἀποδέχεται τήν μετατροπή τῆς μισθοδοσίας σέ ἐπιδότηση διότι προσβάλλεται τό  ἐπικρατοῦν στήν Ε.Ε. δίκαιο τοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Χαρακτηριστικῶς παρουσιάσαμε τήν ἀπόφαση 27/6/2017 (G74/16) τοῦ Τμήματος μείζονος σύνθεσης τοῦ Δικαστηρίου τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κοινοτήτων τοῦ Λουξεμβούργου, πού ἀφοροῦσε στήν Ἀδελφότητα Congregasion de Escuelas Pias Provincia Betania τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς «Ἐκκλησίας», ἡ ὁποία κατόπιν συμφωνίας τοῦ Ἰσπανικοῦ Δημοσίου καί τοῦ Κράτους τοῦ Βατικανοῦ στίς 3/1/1999 ἐπιδοτεῖτο ὑπό μορφή φορολογικῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ Ἰσπανικοῦ Δημοσίου ὑπέρ τῶν ἀκινήτων τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν, ἔκρινε ὅτι αὐτό συνιστᾶ ἀπαγορευμένη κρατική ἐνίσχυση δυνάμει τοῦ ἄρθρου 107 παρ. 1 τῶν Συνθηκῶν τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κοινοτήτων, διότι ἄσχετα ἄν ἡ Ἀδελφότητα δέν ἔχει κερδοσκοπικό χαρακτῆρα καί ἐπιδιώκει φιλανθρωπικούς σκοπούς, ἐφαρμόζονται οἱ  συνθῆκες πού διέπουν τό δίκαιο τοῦ ἀνταγωνισμοῦ, διότι θεωρεῖται ὅτι ἀνταγωνίζεται καί ἄλλους πού ἐπιδιώκουν καί αὐτοί φιλανθρωπικό σκοπό καί δέν ἐπιδοτοῦνται. Ἑπομένως ἡ μισθοδοσία μέ μορφή ἐπιδότησης σύμφωνα μέ τό Εὐρωπαϊκό Δίκαιο εἶναι μή ἀποδεκτή, γεγονός πού δέν εἶχε ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν ἀπό τό προσύμφωνο Πολιτείας-Ἐκκλησίας.

Ἀνιδρύεται ἑπομένως πρός πληρεστέρα διευκρίνηση τό θέμα ἐάν ἡ μισθοδοσία πού θά χορηγεῖται ἀπό τό προτεινόμενο πρός ἵδρυση μέ τό σχέδιο ὑλοποίησης, Ταμεῖο Μισθοδοσίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, μέ λογαριασμό τηρούμενο στήν Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος, τό ὁποῖο θά διαχειρίζεται τήν μισθοδοσία τοῦ Κλήρου, στό ὁποῖο καταβάλλεται ἐτησίως ἀπό τό Κράτος, σέ ἀναγνώριση τῶν ὑποχρεώσεων πού ἀπορρέουν ἀπό τήν Συμφωνία ἡ δαπάνη μισθοδοσίας τοῦ ἀριθμοῦ τῶν σήμερα μισθοδοτουμένων Κληρικῶν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (Σύνοψη 1.2.) χαρακτηρίζεται ἀπό τό Ἑνωσιακό δίκαιο, ὡς ἐπίδομα ἤ ἐπιδότηση ἀσχέτως ἐάν στήν Συμφωνία ἀναφέρεται ὡς «ἀφηρημένη ἀποζημίωση» (Ἀνάλυση β΄). Ἑπομένως μία πρώτη ἀναγκαία προϋπόθεση ὀρθῆς ἐκτιμήσεως τοῦ σχεδίου ὑλοποίησης εἶναι ἡ γνωμοδότηση ἀπό τό Νομικό Τμῆμα τῆς Commission καί τοῦ Δικαστηρίου τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κοινοτήτων τοῦ Λουξεμβούργου, σχετικῶς μέ τό ἐν λόγῳ ζήτημα.

Τό σχέδιο ὑλοποίησης προσδιορίζει (Ανάλυση β΄) τήν «μισθοδοσία τοῦ Κλήρου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μέ πόρους πού ἡ Ἐκκλησία θά λαμβάνει κατ’ ἔτος ἀπό τήν Πολιτεία ὡς ἀφηρημένη ἀποζημίωση» γιά τίς «πλημμελῶς ἀποζημιωθεῖσες ἀπαλλοτριώσεις τοῦ παρελθόντος μέχρι τοῦ 1939» καί ἑπομένως προϋπόθεση τῆς νομικῆς ἐπάρκειας τῆς τυχόν συναφθησομένης Συμφωνίας ἀνιδρύεται ὁ προσδιορισμός τοῦ ὕψους αὐτῆς τῆς ἀποζημιώσεως, τήν ὁποίαν ὀφείλει ἡ Πολιτεία στήν Ἐκκλησία «ἀναγνωρίζουσα τήν ὑποχρέωσή της γιά τίς πλημμελῶς ἀποζημιωθεῖσες ἀπαλλοτριώσεις τοῦ παρελθόντος μέχρι τό 1939» διότι ὁ νομικός προσδιορισμός «ἀφηρημένη ἀποζημίωσι» σέ μία Σύμβαση Πολιτείας-Ἐκκλησίας εἶναι ἀπαράδεκτος καί δέν διασφαλίζει τήν Ἐκκλησία ἀπό μελλοντική ἀμφισβήτηση τοῦ ὕψους τῆς ἀποζημιώσεως, ἡ ὁποία θά πρέπει νά προσλάβη τόν χαρακτῆρα τῆς ποινικῆς ρήτρας πού θά διασφαλίζει πλήρως τήν Ἐκκλησία σέ περίπτωση τυχόν καταγγελίας ὑπό τῆς Πολιτείας τῆς συναφθείσης Συμφωνίας. Ἡ ἀναφορά στό Σχέδιο ὑλοποίησης (2.1 Η σημασία της νομοθετικής κύρωσης της συμφωνίας) ὅτι «τα συμφωνηθέντα και κυρωθέντα με νόμο δεν θα είναι πλέον δυνατόν να τροποποιηθούν στο μέλλον μονομερώς με νόμο τοῦ Κράτους» παραβλέπει τό γεγονός ὅτι ὅταν μέ τήν Σύμβαση τῆς Βιέννης προβλέπεται ἡ δυνατότης καταγγελίας διεθνῶν Συμφωνιῶν μεταξύ Κρατῶν, πόσο μᾶλλον ὑφίσταται νομικῶς ἡ δυνατότης τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου νά καταγγείλη μονομερῶς τήν Συμφωνία μέ τήν ἐπίκληση ὅτι ἐξεπλήρωσε τήν συγκεκριμένη ὑποχρέωση πού ἀνίδρυσε ἡ «ἀφηρημένη ἀποζημίωση» ἤ ὅτι δέν ὑφίσταται πλέον δημοσιονομικός χῶρος διά τήν ἐκπλήρωσί της;

Κατά ταῦτα αὐστηρά προϋπόθεση τοῦ σχεδίου ὑλοποίησης εἶναι ἡ ἀνάθεση ὑπό τῶν δύο μερῶν Πολιτείας-Ἐκκλησίας σέ δύο τουλάχιστον διεθνεῖς ἐκτιμητικές ἑταιρεῖες real estate τῆς μελέτης τοῦ οἰκονομικοῦ μεγέθους τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Περιουσίας πού ἀπό τό 1833-1939 ἀπαλλοτριώθηκε «πλημμελῶς ἀποζημιωθεῖσα», ὅπως συνομολογεῖται ὑπό τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου (Ἀνάλυση β΄).

Διά τήν ἀντίληψη τοῦ συγκεκριμένου θέματος πρέπει νά συνεκτιμηθῆ ὅτι τό 1994, ὁ Ν. 1700/1987 πού θεωρήθηκε συνταγματικός ἀπό τά Ἐθνικά Δικαστήρια ὁδήγησε σέ καταδίκη τῆς Ἑλλάδας καί κρίθηκε ἀντίθετος στήν Εὐρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων τοῦ Ἀνθρώπου (ΕΣΔΑ, 1ο Πρόσθετο Πρωτόκολλο, ἄρθρο 1, Προστασία περιουσίας) μετά τήν προσφυγή 5 ἱερῶν Μονῶν (Ἄνω Ξενιᾶς Βόλου, Ἁγίας Λαύρας Καλαβρύτων, Μεταμορφώσεως Σωτῆρος Μετεώρων, Χρυσολεοντίσσης Αἰγίνης καί Μ. Σπηλαίου Καλαβρύτων) πού δέν ὑπέγραψαν τή σύμβαση τῆς 11/5/1988 καί 3 Ἱ. Μονῶν ( Ἀσωμάτων Πετράκη, Ὁσίου Λουκᾶ Βοιωτίας καί Φλαμουρίου Βόλου) πού ὑπέγραψαν τήν σύμβαση τοῦ 1988. Μέ τήν ὑπ’ ἀριθμ. 10/1993/405/483-484 Ἀπόφαση τοῦ ΕΔΑΔ οἱ μονές πού δέν ὑπέγραψαν τήν σύμβαση ἐδικαιώθησαν, ἐνῶ οἱ 3 μονές πού ὑπέγραψαν τήν σύμβαση ἀπερρίφθη ἡ προσφυγή τους.

Μέ βάση τά ἀνωτέρω ἀναγνωρίζεται ἀπό τό Σχέδιο ὑλοποίησης (Ἀνάλυση α΄καί β΄) ὅτι μέχρι τό 1939 τό Κράτος ἀπέκτησε ἐκκλ. περιουσία τήν ὁποία πλημμελῶς ἀποζημίωσε, πού εἶναι μέν ἀξιόλογη παραδοχή, ἀλλά καί αὐταπόδεικτη ἀφοῦ προκύπτει ἐκ τῶν Νομικῶν κειμένων τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, γιά τήν δήμευση καί ἀπαλλοτρίωση τῆς Ἐκκλησιαστικῆς (μοναστηριακῆς) περιουσίας, ἡ ὁποία κατά τό 1833 ἀφοροῦσε στό 1/3 τῶν ἀπελευθερωθεισῶν γαιῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Σημειωτέον ὅτι μέ πρόσφατο Νόμο περιέρχεται στίς Ἱ. Μητροπόλεις ἡ περιουσία τῶν διαλελυμένων Ἱ. Μονῶν καί ἑπομένως ἡ περιουσία τῶν 429 Μονῶν πού διέλυσε καί δήμευσε ἡ Βαυαρική Ἀντιβασιλεία χωρίς σχετικό Νόμο, ἀλλά μέ ἁρπαγή ἀπό τήν 7μελῆ ἐπιτροπή πού ὅρισε καί διακατέχει σήμερα ἡ Ἑλληνική Πολιτεία εἶναι ἀπαιτητή, ἀπό τίς Ἱερές Μητροπόλεις καί τό ὕψος της δυσθεώρητο, ὅταν ληφθεῖ ὑπ’ ὄψιν ὅτι οἱ 8 Μονές πού προσέφυγαν στό ΕΔΑΔ ζητοῦσαν τό ποσόν τῶν 7.640.255.213.120 δραχμῶν καί τό 1997 ἐπεδικάσθη στίς πέντε δικαιωθεῖσες Μονές τό ποσόν τῶν 3.000.000.000.000 δραχμῶν ἤ 8.800.000.000 Εὐρώ. Ἀντιλαμβάνεται κανείς τό ἰλιγγιῶδες ὕψος τοῦ ποσοῦ πού ὀφείλει ἡ Ἑλληνική Πολιτεία στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος γιά τήν περιουσία τῶν 429 Μονῶν πού προσδιορίζεται στό 1/3 τῆς ἀπελευθερωθείσης τό 1833 χώρας καί τῆς ὑπολοίπου περιουσίας τῆς Ἐκκλησίας ἕως τό 1939 πού ἀπηλλοτριώθη «πλημμελῶς ἀποζημιωθεῖσα».

Ἑπομένως εἶναι προϋπόθεση sine qua non ἡ ἐκτιμητική διαδικασία τῆς ἀναγνωριζομένης ἀπό τήν Ἑλληνική Πολιτεία ὡς «πλημμελῶς ἀποζημιωθείσης καί ἀπαλλοτριωθείσης Ἐκκλησιαστικῆς Περιουσίας κατά τό παρελθόν» (Ἀνάλυση α΄) καί ὁ καθορισμός ρήτρας πού θά ἐπιβαρύνει ἀποτρεπτικά τό Ἑλληνικό Δημόσιο, σέ περίπτωση τυχόν καταγγελίας τῆς συμβάσεως.

Δυστυχῶς γιά τό Ἑλληνικό Δημόσιο ὑφίσταται χείριστο προηγούμενο ἀφερεγγυότητός του, πού καθιστᾶ ἀναπόδραστα ἐπιβεβλημένη τήν παραπάνω διαδικασία καί τόν καθορισμό ποινικῆς ρήτρας γιά τήν τυχόν συναφθησομένη Σύμβαση. Εἰδικώτερα ἡ ἀφερεγγυότης τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καί ἡ ἀναγκαιότης τῆς ἀνωτέρω προϋποθέσεως ἀποδεικνύεται πασίδηλα μέ τήν σύμβαση τῆς 18/9/1952 μεταξύ Ἐκκλησίας καί Ἑλληνικοῦ Δημοσίου ἡ ὁποία κυρώθηκε μέ τό ΒΔ 26/9/1952 (ΦΕΚ 289Α΄) μέ τήν ὁποία παρεχώρησε ἡ Ἐκκλησία 770.000 στρέμματα Ἐκκλησιαστικῆς Περιουσίας γιά τήν ἀποκατάσταση ἀκτημόνων καί ἐμπεριστάτων ἀπό τόν ἐμφύλιο πόλεμο καί ἔλαβε σέ ἀντιστάθμισμα κάτω ἀπό τό 1/3 τῆς ἀξίας τῆς παραχωρηθείσης περιουσίας 164 ἀκίνητα, μέ τόν πρόσθετο ὅρο τῆς μή φορολογήσεως τῶν εἰσοδημάτων τους. Ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ.κ. Ἱερώνυμος στό πόνημά του «Ἐκκλησιαστική περιουσία καί μισθοδοσία τοῦ κλήρου» (2012) γράφει τά ἑξῆς: «Οἱ ἐκκλησιαστικές ὑπηρεσίες ὑποστήριζαν ὅτι τά ἀστικά ἀκίνητα τά παραχωρούμενα ὑπό τοῦ Δημοσίου πρός τήν Ἐκκλησίαν βρέθηκαν ἀντί 164, 60, γιατί ἀπό αὐτά ἄλλα ἦσαν ἀνύπαρκτα, ἄλλα δέν ἀνήκαν κατά κυριότητα στό Δημόσιο, ἄλλα εἶχαν ἤδη διατεθεῖ πρός δημόσιες ὑπηρεσίες πρό τῆς συμβάσεως. Ἄλλα ἦσαν μή ἄρτια καί οἰκοδομήσιμα ἤ ρυμοτομούμενα ὑπό ὁδῶν ἤ μετατρεπόμενα σέ πράσινο, πλατεῖες, κοινόχρηστους χώρους, ἄλλα ἐπίδικα καί βεβαρυμένα». Τό Ἑλληνικό Δημόσιο παρά ταῦτα εἶχε τήν ἀνεντιμότητα καί ἀφερεγγυότητα νά καταστρατηγήση καί τόν πρόσθετο ὅρο περί μή φορολογήσεως τῶν εἰσοδημάτων τους καί ὅταν προσφάτως ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος προσέφυγε κατά τῆς καταστρατηγήσεως καί τῆς μονομεροῦς ἀθετήσεως τῆς συμβάσεως στό ΣτΕ, τό Β΄ Τμῆμα μέ Πρόεδρο τήν Ἀντιπρόεδρο κ. Μαίρη Σάρπ καί εἰσηγήτρια τήν Σύμβουλο Ἐπικρατείας κ. Εὐ. Νίκα μέ τρεῖς ἀποφάσεις του 1731-1732-1733/2018 ἔκρινε ὅτι «καλῶς» τό Ἑλληνικό Δημόσιο καταστρατήγησε τήν Σύμβαση τοῦ 1952 καί ὅτι «καλῶς» ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὑποχρεώθηκε νά καταβάλει γιά τήν ἐκμίσθωση τῶν 60 τελικά ἀστικῶν ἀκινήτων τῆς Συμβάσεως φόρο εἰσοδήματος 2.900.000 Εὐρώ γιά τήν περίοδο 2011-2013 μέ τό  «ἐπιχείρημα» ὅτι ἡ ἀπαλλαγή ἀπό τόν φόρο πού προβλεπόταν ἀπό τό 1952 μέ τό ΝΔ 2185/1952 γιά τά Νομικά Πρόσωπα, καταργήθηκε τό 1971 μέ τό ΝΔ 1077/1971. Ἑπομένως κατόπιν αὐτοῦ τοῦ προσφάτου καί αὐταποδείκτου γεγονότος τῆς ἀφερεγγυότητος τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου πῶς μποροῦμε νά τό ἐμπιστευτοῦμε χωρίς τήν πρόνοια καί τήν πρόβλεψη ρήτρας γιά τήν τυχόν καταγγελία ἤ ἀθέτηση τῆς συμφωνίας μέ τήν ἐπίκληση τυχόν ἐλλείψεως δημοσιονομικοῦ χώρου γιά τό Ταμεῖο Μισθοδοσίας τῆς Ἐκκλησίας;

Μέ τό Σχέδιο ὑλοποίησης τῆς Συμφωνίας Πολιτείας-Ἐκκλησίας (Ἀνάλυση β΄ καί στό 2.4.1 Ἀποτίμηση Συμφωνίας) «Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος παραιτεῖται ἀπό κάθε περαιτέρω ἀξίωση σχετικά μέ τίς συγκεκριμένες ἀπαλλοτριώσεις καί ἡ Πολιτεία παραιτεῖται ἀπό τήν ἀπ’ εὐθείας μισθοδοσία τοῦ Κλήρου» καί ἐπιπροσθέτως ἡ Πολιτεία «τακτοποιεῖ ὁριστικά τήν ἐκκρεμότητα ἀπό ἀπαλλοτριώσεις μέχρι τό 1939 μέ τήν παραίτηση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπό ὁποιεσδήποτε ἀξιώσεις πέραν τῆς συμφωνημένης ἐτήσιας καταβολῆς πού προορίζεται γιά τήν δαπάνη μισθοδοσίας» καί κατά ταῦτα ἡ Ἐκκλησία ἀπογυμνώνεται ἀπό τό μόνο δικαιοπολιτικό της ὅπλο, στερουμένη διηνεκῶς τῆς δυνατότητας προσφυγῆς τόσο στά Ἐθνικά ὅσο καί στά Εὐρωπαϊκά Δικαστήρια, ὅταν ἔχει πλήρως δικαιωθεῖ γιά τήν Ἐκκλησιαστική της Περιουσία καί ὑφίσταται σχετικό δεδικασμένο ἀπό τό ΕΔΑΔ μέ τήν ἀπόφαση 10/1993/405/483-484. Ἐπιπροσθέτως μέγιστο μέρος αὐτῆς τῆς περιουσίας ἀνήκει σέ ἕτερα αὐτοδιοικούμενα Νόμικά Πρόσωπα τῆς Ἐκκλησίας ἐκ μέρους τῶν ὁποίων δέν μπορεῖ νά παραιτηθῆ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἄνευ εἰδικῆς πληρεξουσιότητος.

Ἡ ἀναφορά στό Σχέδιο ὑλοποίησης στό (2.4.1 Αποτίμηση Συμφωνίας καί 2.3.5 Περιεχόμενο τῆς Συμφωνίας) ὅτι «Η Πολιτεία παραιτείται από την απ ευθείας μισθοδοσία του Κλήρου» καί ὅτι «Η Πολιτεία παύει να μισθοδοτεί η ίδια τον κλήρο της Εκκλησίας της Ελλάδος» ὅταν μέ τόν Ν. 4111/2013, ἐπί ὑπουργείας Ἄννας Διαμαντοπούλου, οἱ Κληρικοί καί οἱ Ἐκκλησιαστικοί ὑπάλληλοι ἐνετάχθησαν μισθολογικῶς στό ἀνθρώπινο δυναμικό τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καί μισθοδοτοῦνται ἀπό τόν Κρατικό Προϋπολογισμό καί ὄχι ἀπό εἰδικό κονδύλιο μισθοδοσίας, διά τῆς Ἑνιαίας Ἀρχῆς Πληρωμῶν σημαίνει ὅτι διαγράφονται οἱ Κληρικοί καί οἱ Ἐκκλησιαστικοί Ὑπάλληλοι ἀπό τό ἀνθρώπινο δυναμικό τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καί θά μισθοδοτοῦνται ἀπό τό Ταμεῖο μισθοδοσίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος διά τῆς Ἑνιαίας Ἀρχῆς Πληρωμῶν, μέ τήν διακινδύνευση πού αὐτό δικαιολοπολιτικά συνεπάγεται, καί παρά τήν ἄρνηση τῆς Σεπτῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὅπως ὁμοφώνως ἀπεφασίσθη στίς 16/11/2018.

Ἡ ἀναφορά στό Σχέδιο ὑλοποίησης 1.3 (Ταμείο Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας) «Συνιστάται ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Ταμείο Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας Ανώνυμη Εταιρεία» και διακριτικό τίτλο «ΤαμείοΑξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας-ΤΑΕΠ». κινεῖται πρός τήν ὀρθή κατεύθυνση ἄν καί σέ κανένα Εὐρωπαϊκό Κράτος Δικαίου δέν ἀποζημιώνεται ἡ κρατική λειτουργία μέ τό 50% τῶν ἐσόδων, ὅπως ἐπιδιώκεται ἐν προκειμένῳ, γιά τήν ἄμβλυνση καί ἀφαίρεση τῶν γραφειοκρατικῶν καί λοιπῶν ἐμποδίων πρός ἀξιοποίηση τῆς ἰδιωτικῆς περιουσίας. Ὡστόσο δέον νά ἀναφερθῆ ἐν προκειμένῳ ὅτι παρόμοια προσπάθεια μέ τό Ν. 4182/2013 ἀπέβη ἀλυσιτελής.

Ἑπομένως κατόπιν τῶν ἀνωτέρω τό Σχέδιο ὑλοποίησης τῆς Συμφωνίας Πολιτείας-Ἐκκλησίας τῆς Τρίτης 12/2/2019 ἔχει τεράστια νομικά κενά, εἶναι πρόχειρο καί ἀποδεικνύει ἔλλειψη ἐπιστημονικῆς προσέγγισης, ἑνός ἰδιαιτέρως σοβαροῦ καί εὐαισθήτου θέματος πού ἀφορᾶ σέ 10.000 Ἐκκλησιαστικά πρόσωπα καί προσκρούει στήν ἀπόφαση τῆς Σεπτῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος πού ἀπέρριψε γιά τό μισθολογικό ζήτημα ὁποιαδήποτε μεταβολή ἀπό τό ὑφιστάμενο καθεστώς.

Τέλος τό Σχέδιο ὑλοποίησης τῆς Συμφωνίας ἀναφέρεται (1.1 Σύνοψη, μέρος 1ο ) στήν κύρωση πού θά λάβει ἡ συμφωνία μεταξύ Πολιτείας καί Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Στήν Ἑλλάδα ὅμως ὑφίστανται καί ἕτερες δύο κανονικές δικαιοδοσίες πέραν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ἡμιαυτόνομος Ἐκκλησία τῆς Κρήτης καί οἱ ἀπ’ εὐθείας ὑπό τοῦ Σεπτοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου διοικούμενες Μητροπόλεις τῶν Δωδεκανήσων διά τίς ὁποῖες σιωπᾶ τό Σχέδιο ὑλοποίησης. Δι’ αὐτάς θά ἰσχύσει ἕτερο καθεστώς καί ἄν ναί γιατί;

 

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

+ ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ

Διαβάστε περισσότερα

Μητροπολίτης Πειραιώς: Τί οὐσιαστικά προβλέπει ἡ πρότασι Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἀπό τήν Κυβέρνησι ἀναφορικά μέ τήν Ἐκκλησία καί τό Ἔθνος

Τί οὐσιαστικά προβλέπει ἡ πρότασι

Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἀπό τήν Κυβέρνησι ἀναφορικά μέ τήν Ἐκκλησία καί τό Ἔθνος

 

Ψηφίζονται αὔριο ἀπό τήν Ὁλομέλεια τῆς Βουλῆς οἱ προτάσεις ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, πού κατετέθησαν ἀπό τήν Συμπολίτευσι καί τήν Ἀντιπολίτευσι. Ἤδη τό πόρισμα τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, παρεδόθη στόν Πρόεδρο τῆς Βουλῆς καί κατά τήν ἐπιταγή τοῦ Συντάγματος θά πραγματοποιηθῆ ἡ προβλεπομένη πρώτη ψηφοφορία.

Ἡ πρότασι ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, πού κατετέθη ἀπό τό κυβερνόν κόμμα τοῦ ΣΥΡΙΖΑ, ἀναφέρεται καί σέ διατάξεις πού ἀφοροῦν στίς σχέσεις Ἐκκλησίας-Πολιτείας, στήν ἐπιβολή τοῦ Πολιτικοῦ ὅρκου, στήν ἐξοβελισμό τῶν ἐννοιῶν τῆς οἰκογενείας καί τοῦ Ἔθνους καί στήν συνταγματική περιωπή τοῦ ἀνυπάρκτου κατά φύσιν ἑτέρου γενετησίου προσανατολισμοῦ, ὡς κατοχύρωσι τοῦ «δικαιωματισμοῦ».

Εἰδικώτερον διά τήν ἀναθεώρησι τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος στό περίγραμμα τῆς ἀναθεωρητικῆς λογικῆς του  καταλέγεται ἡ τυπολογία τῶν σχέσεων Πολιτείας-Ἐκκλησίας. Δέν ἐπιλέγεται μέν ἡ ἀπ’ εὐθείας κατάργησι τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος, πού θά ἐπέφερε τεκτονικόν σεισμόν, μέ τήν κατάργησι τῆς συνταγματικῆς προστασίας τῶν Καταστατικῶν κειμένων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἀλλά ἡ εἰσαγωγή στό ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος τῆς ἀορίστου ρήτρας διά τήν «κρατική θρησκευτική οὐδετερότητα», μέ τόν ὅρο «ἡ Ἑλληνική Πολιτεία εἶναι θρησκευτικά οὐδέτερη», καί τήν ἑρμηνευτική δήλωσι περί ἐπικρατούσης θρησκείας, πού ὅμως ὑπονοεῖται, ἡ κατοχύρωσίς της ὑπέρ ὅλων τῶν γνωστῶν θρησκειῶν τῆς χώρας, ἤδη στό ἄρθρο 13 τοῦ Συντάγματος διά τήν θρησκευτικήν ἐλευθερία. Τό ἰσχῦον ἄρθρο 3 ρυθμίζει τίς σχέσεις τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας μέ τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, ὡς διεθνές Νομικόν Πρόσωπον καί δηλώνει τόν σεβασμόν τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας πρός τή διαμορφωμένην κατά τό κανονικόν δίκαιον σχέσι τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μέ τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος (δογματική ἑνότητα, καθεστώς Νέων Χωρῶν, Κρήτης, Δωδεκανήσου, ἀλλά καί Ἁγίου Ὅρους σύμφωνα μέ τίς εἰδικότερες προβλέψεις τοῦ ἄρθρου 105). Διά τήν ἀκρίβειαν, τό Σύνταγμα εἰσάγει δύο διαφορετικά συστήματα σχέσεων Kράτους καί Ἐκκλησίας. Ἕνα σύστημα συνταγματικῶς ρυθμισμένων σχέσεων (πού ἐξειδικεύει ὁ νόμος) μέ τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος καί ἕνα σύστημα ὁμοταξίας μέ τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον. Τό ἄρθρο 3 λειτουργεῖ προστατευτικά διά τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον καί τήν διεθνῆ νομικήν καί κανονικήν του θέσι, συμπεριλαμβανομένων τῶν ἰδιαίτερων Ἐκκλησιαστικῶν καθεστώτων, στήν Ἑλλάδα πού τό ἀφοροῦν εὐθέως. Τό ἰσχῦον Σύνταγμα εἶναι συνεπῶς θρησκευτικῶς φιλελεύθερον. Εἶναι πλέον προστατευτικόν διά τήν θρησκευτικήν ἐλευθερίαν καί ἰσότητα ἀπό τή λεγόμενην θρησκευτικήν οὐδετερότητα. Ἡ οὐδετερότητα δέν εἶναι laicite. Η laicite εἶναι ἱστορικῶς μία πολιτική θεολογία πού συγγενεύει μέ τόν Δεϊσμόν. Ἡ θρησκευτική οὐδετερότητα ἐμφανίζεται σέ κράτη στά ὁποῖα συνυπάρχουν Kαθολικισμός καί Προτεσταντισμός. Ἡ θρησκεία τοποθετεῖται στήν ἰδιωτικήν σφαῖραν ἤ μᾶλλον στήν σφαῖραν τῆς κοινωνίας τῶν πολιτῶν. Ἐφόσον στήν Ἑλληνικήν ἔννομον τάξι, ἰσχύει πλήρως τό ἄρθρο 13 τοῦ Συντάγματος καί τό ἄρθρο 9 τῆς ΕΣΔΑ, ἡ προσθήκη τῆς ρήτρας τῆς θρησκευτικῆς οὐδετερότητος, ἐνσωματώνεται «μεθοδικῶς» στό ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος πού ἀφορᾶ μόνο στήν «Ἐπικρατοῦσα» Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν καί ὄχι ὡς ὄφειλε στό ἄρθρον 13, πού ὅπως ἀνεφέρθη κατοχυρώνει τήν θρησκευτικήν ἐλευθερίαν ἰσοτίμως ὅλων τῶν γνωστῶν θρησκειῶν (πού δέν ἔχουν κρύφια δόγματα καί ἡ λατρεία τους δέν ἀντίκειται στήν δημόσια τάξη καί τά χρηστά ἤθη) καί διαρρυθμίζει συνολικῶς τό θρησκευτικόν φαινόμενον καί ἑπομένως περιλαμβάνει στό κανονιστικόν του πεδίον ὅλες τίς γνωστές θρησκείες, διά νά ἐπιτευχθῇ, διότι αὐτός εἶναι ὁ σκοπός τῆς συγκεκριμένης προτάσεως ἀναθεωρήσεως, ἡ  παγία θέσις τῆς Ἀριστερᾶς ὅτι ἡ διάταξι τοῦ ἄρθρου 3 ἔχει μόνο διαπιστωτικόν καί ὄχι κανονιστικόν περιεχόμενον, μέ ὅτι αὐτό δικαιοπολιτικῶς συνεπάγεται (κατάργησις συμβόλων, ἀπομείωσις θρησκευτικῶν ἑορτῶν, ἀπεκκλησιοποίησις τοῦ Ἔθνους). Ἡ τυχόν ψήφισις αὐτῆς τῆς τρομακτικῆς ἀλλαγῆς, στίς σχέσεις Ἐκκλησίας-Πολιτείας θά ἀνοίξη τόν δρόμο καί αὐτή εἶναι ἡ μεθόδευσις τῆς Κυβερνήσεως, στά γνωστά στρατευμένα ὄργανα πού ἀποτελοῦν καλοπληρωμένες ὀργανώσεις «σφραγίδα» τοῦ συστήματος, ὅπως τοῦ Open Society Foundation τοῦ κ. G. Soros λ.χ., νά προσφεύγουν στό δικαστικό σύστημα καί νά γκρεμίζουν  τό ἕνα μετά τό ἄλλο τά σύμβολα καί τά προτάγματα τῆς Ἑλληνορθοδοξίας, ὥστε τελικά νά καταργηθῆ μέ δικαστικές ἀποφάσεις, ἐν τοῖς πράγμασι, τό ἄρθρο 3 καί νά μετατραπῆ σέ ἁπλή διαπιστωτική δήλωσι. Ἄλλωστε αὐτός, εἶναι ὁ «μύχιος» πόθος τῆς Ἀριστερᾶς, ὅπως ἐκφράζεται ἀπό τήν διανόησι της καί τήν σχετική ἀρθρογραφία της.

Ἡ πρότασις ἀναθεωρήσεως τῶν ἄρθρων 13 παρ. 5, 33 παρ. 2 καί 59 παρ. 1 καί 2 διά τήν καθιέρωσι τοῦ πολιτικοῦ ὅρκου καί ἡ κατάργησις τῆς προαιρετικότητος στήν ὁρκοδοσίαν αἱρετῶν καί δημοσίων λειτουργῶν στοχεύει προδήλως στήν ἀποσύνδεσι τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τόν Δημόσιον βίον καί στήν ἀπομείωσι ἑνός ἐκ τῶν βασικῶν στοιχείων τῆς ἐθνικῆς ταυτότητος πού εἶναι τό «ὁμόθρησκον». Προσβάλλει ὅμως καταφώρως τήν ἔννοιαν τοῦ σεβασμοῦ τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ Συντάγματος, διότι ἐπιβάλλει στούς ἐνθέους αἱρετούς καί δημοσίους λειτουργούς Ἕλληνας πολίτας, τήν διά τοῦ Συντάγματος δημοσίαν δήλωσι ὡς ὀντολογικοῦ τους θεμελίου, ὄχι τῆς πίστεώς τους στό θεῖον καί ἱερόν, ἀλλά στόν ἑαυτό τους. Ἡ ἐπιβολή αὐτή ἀποτελεῖ παραβίασι τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ Συντάγματος καί τοῦ ἄρθρου 9 τῆς ΕΣΔΑ. Ὅπως τυγχάνει ἀπαράδεκτον νά ὑποχρεοῦται ὁ ἄθεος πού θεωρεῖ ὡς ὀντολογικόν του θεμέλιον τόν ἑαυτόν του, δηλαδή τήν τυχαίαν συνάρμοσι τῶν κυττάρων του ἐκ τῆς ὁποίας μυστηριωδῶς προκύπτουν μεταφυσικαί ἔννοιαι ὡς ἡ τιμή καί ἡ συνείδησις, νά δηλώνη τό θεῖον καί τό ἱερόν, οὕτω καί ὁ ἔνθεος νά ὑποχρεοῦται νά ὁρκοδοτῆ στόν ἑαυτόν του.

Ἡ πρότασις ἀναθεωρήσεως τοῦ ἄρθρου 21 τοῦ Συντάγματος πού εὐθέως ἀπομειώνει καί ἐξαφανίζει τήν ἔννοιαν τῆς οἰκογένειας ὡς πρωταρχικοῦ κυττάρου τοῦ Ἔθνους καί τοῦ προσδίδει μόνο «ὑλιστικόν» περιεχόμενον, ἀποσυνδέον τήν ἔννοια τῆς οἰκογενείας ὡς θεμελίου τῆς συντήρησης καί προαγωγῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους ὅπως σήμερα προβλέπεται, εἶναι ἀπαράδεκτος καί προσβλητική διά τήν ἰδιοπροσωπείαν τοῦ λαοῦ μας, ἀλλά ταυτόχρονα καί δολιοτάτη διότι θέλει νά πραγματώσει τήν ἰδεοληψία τῆς Ἀριστερᾶς διά τό διεθνιστικόν κοσμοείδωλον, πού τήν ἐκφράζει καί τήν συνέχει. Ἄλλωστε, ὅλοι οἱ τῆς Κυβερνήσεως διακηρύσσουν ὅτι εἶναι Διεθνιστές καί ὅτι αἰσθάνονται ἀποστροφή γιά τόν ἐθνισμό, τοῦ ὁποίου τήν ἔννοια διαστρέφουν τεχνηέντως, ταυτίζοντάς τον, μέ τήν παθογένεια τοῦ ἐθνικισμοῦ.  Ἡ causa τῆς συγκεκριμένης προτάσεως εἶναι νά παύση ὁ δεσμός οἰκογενείας καί Ἔθνους, ὡς πρωταρχικοῦ κυττάρου καί θεμελίου τῆς συντήρησης καί προαγωγῆς του, ὥστε νά «ἀνοιχθῆ» τό Δημόσιο Ταμεῖο τοῦ Κράτους, στήν ἐπιδότησι καί ἐπιχορήγησι ἀλλοεθνῶν οἰκογενειῶν, πού κατά χιλιάδες ἐποικίζουν τήν χώρα, ὥστε νά ἀλλαγῆ ἡ ἐθνοτική καί θρησκευτική της ὁμοιογένεια, ὑλοποιώντας ἑτεροχρονισμένα, τό σχεδιασμό τοῦ Τουρκοαιγυπτίου Ἰμπραήμ Πασᾶ 200 χρόνια μετά ταῦτα, ὁ ὁποῖος ἐσχεδίαζε τήν μεταφορά τῶν ἐναπομεινάντων Ἑλλήνων στήν «Ἀραπιά» καί τήν ἐγκατάστασι ἐδῶ φελλάχων, ὥστε νά «ριζώση νέα ράτσα» ὅπως ἔλεγε.

Τέλος ἡ ἀναθεώρησις, μετά συμπληρωματική πρότασι 50 Βουλευτῶν τοῦ ΣΥΡΙΖΑ, πού θεσμοθετεῖ ὡς συνταγματικῶς προστατευομένη ἀξία, τόν παρά φύσι «γενετήσιον προσανατολισμόν», πού δέν μπορεῖ νά χαρακτηρισθῆ ὡς ἀνθρώπινον δικαίωμα διότι οὐδεμία σχέσι ἔχει μέ τήν ἀνθρωπίνην φυσιολογίαν καί ὀντολογίαν, καταδεικνύει τόν ἐκχυδαϊσμόν καί τόν εὐτελισμόν τῆς προτεινομένης συνταγματικῆς ἀναθεωρήσεως καί ἀποτελεῖ ἕνα πρόσθετον βῆμα στήν ἐπικράτησι τῆς νέας θρησκείας τοῦ «δικαιωματισμοῦ», βασικοῦ ἐχθροῦ τῆς δημοκρατίας, «πρός τέρψι» τοῦ νέου ἱερατείου του!!!

Κατά ταῦτα ἡ ψήφισι τῶν συγκεκριμένων διατάξεων ὁδηγεῖ ἀναπόδραστα στόν ἀποχριστιανισμόν τῆς χώρας καί ὅσοι συνεργοῦν ἤ «ποιοῦν τήν νήσσαν» εἶναι ὑπεύθυνοι καί «ἐν τῷ νῦν αἰῶνι καί ἐν τῷ μέλλοντι» ἀσχέτως ἐάν τό πιστεύουν ἤ ὄχι.

Ὅταν θά ἔρθη ἡ ὁριακή ὥρα «μηδέν» διά τόν καθένα μας, τότε θά δοῦμε ὅλοι τήν Ἀλήθειαν! Ἀλλά τότε θά εἶναι πολύ ἀργά!

Μή λησμονοῦμε ὅτι οἱ ἀνθρώπινες ἐξουσίες εἶναι ἐφήμερες καί τρεπτές καί ὅσοι κλίνουν «εὐπειθῶς τήν κεφαλήν» ἐνώπιόν τους, πωλοῦν «ἀντί πινακίου φακῆς» τά αἰώνια «πρωτοτόκιά» τους.

 

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

+ ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ

Διαβάστε περισσότερα

Στον ιστοτόπο αυτό...

 ... μπορείτε να ενημερώνεστε για θέματα τύπου σχετικά με την Ποιμαντική, Ιεραποστολική, Φιλανθρωπική, Νεανική και λοιπή δραστηριότητα της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς.

Ο Διευθυντής  Ιδιαιτέρου Γραφείου Σεβασμιωτάτου, Γραφείου Τύπου και Δημοσίων Σχέσεων

Δημήτριος Αλφιέρης  

Επικοινωνία

 Διεύθυνση

  • Ακτή Θεμιστοκλέους 190

  • ΤΚ 185-39

  • Πειραιάς

Τηλεφωνικό κέντρο

  • 2104514833

Email Επικοινωνίας

  • Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.